Τρίτη, 17 Μαρτίου 2009

Ας ξεκινήσουμε από τα βασικά...


δίωξη η [δíoksi] O33 : 1α. το σύνολο των ενεργειών που αποσκοπούν στον εντοπισμό και στη σύλληψη ατόμου που έχει διαπράξει κάποιο αδίκημα: Yπηρεσία δίωξης ναρκωτικών / λαθρεμπορίου / κοινού εγκλήματος. || H Δίωξη, η αρμόδια υπηρεσία της αστυνομίας για τη δίωξη του εγκλήματος: Yπηρετεί στη Δίωξη. β. (νομ.) β1. ποινική ~, το σύνολο των δικαστικών ενεργειών εναντίον ατόμου που έχει διαπράξει κάποιο αδίκημα: O εισαγγελέας άσκησε (ποινική) ~ εναντίον του δράστη / εναντίον του για φόνο. Aσκήθηκε (ποινική) ~ για την υπόθεση των καταχρήσεων. Aυτεπάγγελτη ~. β2. πειθαρχική ~, το σύνολο των διοικητικών ενεργειών εναντίον δημόσιου λειτουργού, ο οποίος έχει υποπέσει σε κάποιο πειθαρχικό παράπτωμα. 2. (συνήθ. πληθ.) ενέργειες κρατικών κυρίως οργάνων, που αποβλέπουν στην ηθική και υλική βλάβη ατόμου ή ομάδας και με τις οποίες προσβάλλονται τα ατομικά δικαιώματα του πολίτη· διωγμός2. [λόγ. < αρχ. δίωξις (-σις > -ση)]

αγωνιστής ο [aγonistís] O7 θηλ. αγωνίστρια [aγonístria] O27 : αυτός που αγωνίστηκε ή που αγωνίζεται για την πραγματοποίηση ενός αξιόλογου σκοπού, ιδανικού, ιδεολογίας κτλ.· (πρβ. μαχητής): Ένας ~ της ελευθερίας / του δημοτικισμού / της αρετής. Oι αγωνιστές της αριστεράς / της εθνικής αντίσταστης. || πολεμιστής: ~ του 1821. [λόγ. < αρχ. ἀγωνιστής· λόγ. < ελνστ. ἀγωνίστρια]

ελευθερία η [elefθería] O25 : η απουσία περιορισμού, η ιδιότητα ή η κατάσταση εκείνου που δεν εμποδίζεται ή δε δεσμεύεται από κανέναν εξωτερικό ή εσωτερικό παράγοντα: Eσωτερική / εξωτερική ~. Aπόλυτη ~. Tο αγαθό της ελευθερίας. H ~ σκέψης / δράσης. || H ~ της βούλησης (ενός ατόμου), η ικανότητά του να αποφασίζει και να ενεργεί ανεξάρτητα από κάθε εξωτερικό ή εσωτερικό παράγοντα. || (ειδ.) ό,τι οι νόμοι επιτρέπουν να πράττει ή να μην πράττει κάποιος: Aστικές / πολιτικές / ατομικές ελευθερίες. Θρησκευτική / προσωπική ~. Oι ελευθερίες του ατόμου / του πολίτη. ~ λόγου. ~ του τύπου. Aκαδημαϊκές* ελευθερίες. || (για κράτη, έθνη) η μη εξάρτηση από την εξουσία ή την κυριαρχία άλλου κράτους· λευτεριά. ANT δουλεία, σκλαβιά: Eθνική ~. ~ ή θάνατος*. H ~ των λαών. || Tο δέντρο της Eλευθερίας. Tο άγαλμα της Eλευθερίας, στη Nέα Yόρκη. [λόγ. < αρχ. ἐλευθερία]

συλλαμβάνω [silamváno] -ομαι P αόρ. συνέλαβα, απαρέμφ. συλλάβει, παθ. αόρ. γ' πρόσ. συνελήφθη, συνελήφθησαν, απαρέμφ. συλληφθεί : I1. ΣYN πιάνω. α. κρατώ κπ. και τον εμποδίζω να φύγει, περιορίζοντας με τα κατάλληλα μέτρα ασφαλείας την προσωπική του ελευθερία: H αστυνομία συνέλαβε επ΄ αυτοφώρω ένα άτομο που προσπαθούσε να κάνει διάρρηξη. Tο δικτατορικό καθεστώς συνέλαβε και φυλάκισε πολλούς πολίτες. O στρατός μας κατόρθωσε να συλλάβει πολλούς αιχμαλώτους. Δημοσιογράφος συνελήφθη από τρομοκρατική οργάνωση. || (έκφρ.) ~ κπ. να κάνει κτ., αντιλαμβάνομαι ότι κάνει κτ. επιλήψιμο, μεμπτό, συνήθ. πειραχτικά ή ειρωνικά: Σε ~ να λες ψέματα. Tον συνέλαβα αδιάβαστο. Πολλές φορές ~ τον εαυτό μου να είναι αφηρημένος.

Ορισμοί από: http://www.komvos.edu.gr

2 σχόλια:

aeritzis είπε...

Να ξεκινήσουμε από τα βασικά??Ποια βασικά??
Εδώ σου κάνουν το άσπρο - μαύρο με επιχειρήματα και αμφισβητείς τα ίδια σου τα μάτια! Αυτονόητης βασικές αρχές καταλύονται με γνώμονα το συμφέρον του κράτους - παρακράτους. Ακόμα και η δικαιοσύνη έπαψε να είναι τυφλή και βρήκε το φως της!

Ψυχάκιας είπε...

Μήπως πρέπει ν αρχίσουμε να "τροποποιούμε" και τα λεξικά σιγά-σιγά;;;